POST #4


«Μόνο ο μεγαλοφυής συγγραφέας τολμά να ατενίσει χωρίς να ωχριά την παράξενη όψη των αιώνων, να προκαλεί τον χρόνο, να στυλώνει μπροστά στο κύμα της λήθης το ελεύθερο στήθος του κι όρθιος, επάνω σε αμέτρητα φέρετρα, να υπερασπίζεται απέναντι της κρίσεως του σκότους την αληθινή ευγένεια του ανθρωπίνου είδους»

Καμίλιος Μωκλαίρ

«Από την στιγμή που αφηγούμαστε ένα γεγονός αποσυνδέοντάς το από την πραγματικότητα και με βάση την πρακτική της γραφής, η φωνή χάνει την προέλευσή της, ο συγγραφέας πεθαίνει και η γραφή αρχίζει»

Roland Barthes

Πριν από λίγες μέρες, εντρυφώντας σε μια όψη του έργου του, έπεσα πάνω σε μια αποστροφή του Steven King (αυτού του grand master του Φανταστικού και του Τρόμου), συγκεκριμένα σε κάποια ερωτήματα που έθετε ρητορικά ο ίδιος και τα οποία ‘‘ξύπνησαν’’ εκ νέου και κάποια δικά μου αειθαλή ερωτήματα σε σχέση με το λογοτεχνικό φαινόμενο : «Ποιός είμαι όταν γράφω ; Ποιοί είστε εσείς, εδώ που τα λέμε ; Τί ακριβώς συμβαίνει εδώ, γιατί συμβαίνει και, τελικά, έχει καμιά σημασία ;»

Σκέψεις πάνω στο φαινόμενο της συγγραφής με είχαν απασχολήσει και κατά το παρελθόν (κι εδώ που τα λέμε, αξίζει να αναρωτηθώ αν παύουν ποτέ να με απασχολούν), με μία μετακίνηση της πλάγιας μπάρας προς τα κάτω μπορούμε να τις βρούμε διατυπωμένες. Στο παρόν κείμενο, εν είδη υπενθύμισης μιας παλαιότερης μελέτης, θα επιχειρήσω να καταγράψω συνοπτικά ορισμένες σημειώσεις πάνω στις τρεις βασικές παραμέτρους του λογοτεχνικού γεγονότος : ο συγγραφέας, ο αναγνώστης, και το ίδιο το κείμενο καθ’ αυτό.

- Ο συγγραφέας ως νοηματοδότης του κειμένου

Οφείλω να ομολογήσω πως δεν μου είναι άγνωστη αυτή η προσέγγιση, όπου ο συγγραφέας θεωρείται ως ένα είδος εκλεκτού (the chosen one) και η προσωπική του περιπέτεια μέσα στην ζωή ως εκείνο το μοναδικής σπουδαιότητας γεγονός που νοηματοδοτεί κι αποκαλύπτει την ουσία ολόκληρης της Δημιουργίας (εντάξει, ίσως υπερβάλλω λιγάκι).

Δεν θα ήταν άστοχο αν διακρίναμε πίσω από αυτό το σκεπτικό μια μεγάλη δόση... Ρομαντισμού. Η έννοια του παντογνώστη και παντοδύναμου συγγραφέα, του δημιουργού που θεωρείται ο μοναδικός νοηματοδότης του λογοτεχνικού έργου, διαμορφώθηκε τον 19ο αιώνα.

Το ρομαντικό κίνημα ήταν εκείνο που ανέδειξε την προσωπικότητα του συγγραφέα σε κυρίαρχο στοιχείο, με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί έτσι μια κυρίαρχη αισθητική που αντιμετώπιζε την λογοτεχνία ως μία ιστορία προσωπικοτήτων. Από την οπτική αυτή, οι αισθητικές ιδιότητες ενός έργου θεωρούνται κυρίως προβολή προσωπικών ιδιοτήτων και το έργο μία διαφάνεια που αποκαλύπτει την ψυχή του συγγραφέα. Σε αυτήν την περίπτωση, η παρουσία του ονόματος του συγγραφέα λειτουργεί ως μέσο ταξινόμησης, καθορίζει την μορφή των έργων και χαρακτηρίζει τον τρόπο ύπαρξής τους. Αρκεί να έχουμε την εποπτεία της βιογραφίας, της οπτικής γωνίας και των κοινωνικών επιλογών του συγγραφέα για να εξηγήσουμε όλα τα στοιχεία του κειμένου.

Αυτή η προσέγγιση βλέπει το υποκείμενο της πολιτιστικής δημιουργίας ως κατεξοχήν προσωπικό, αποτέλεσμα της εκκεντρικότητας του δημιουργού του, τον οποίο και, κατά κάποιο τρόπο, αγιοποιεί.

- Το κείμενο παράγει μόνο του τον εαυτό του

Κατά τον 20ο αιώνα, η επιδίωξη των θεωρητικών και των κριτικών να συγκροτήσουν μια ‘‘επιστήμη’’ της λογοτεχνίας, δηλαδή να εξασφαλίσουν την αντικειμενικότητα και την εγκυρότητα του λογοτεχνικού κειμένου, τους οδήγησε στο να μετατοπίσουν το ενδιαφέρον τους από τον συγγραφέα στο ίδιο το κείμενο.

Παρόλο που νομίζω πως δίκαια εδώ θα μπορούσε κανείς να διερωτηθεί γιατί το λογοτεχνικό κείμενο να πρέπει να χαρακτηρίζεται από ‘‘αντικειμενικότητα’’ και ‘‘εγκυρότητα’’ (εγκυρότητα ως προς τί ; ), αξίζει να ρίξουμε μια ματιά σε εκείνες τις σκέψεις που αποπειράθηκαν να οριοθετήσουν ένα πλαίσιο μελέτης με κεντρικό άξονα το ίδιο το κείμενο και τις λειτουργίες που παράγουν το νόημά του.

Φορμαλισμός, Δομισμός και Σημειολογία, είναι τα ονόματα μερικών από των τάσεων που αποφάσισαν να ασχοληθούν μόνο με τις ‘‘λέξεις πάνω στην σελίδα’’ και να αδιαφορήσουν για οποιοδήποτε άλλο εξωτερικό στοιχείο. Σε αυτήν την περίπτωση, δεν μας ενδιαφέρει η ιστορικότητα, ο συγγραφέας, και τα προσωπικά του βάσανα, αλλά μόνο το σύστημα των λεκτικών συμβάσεων που συγκροτούν το λογοτεχνικό κείμενο. Η μελέτη του κειμένου γίνεται ανεξάρτητα από το ιστορικό, κοινωνικό, πολιτιστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτό δημιουργήθηκε και το μόνο που ενδιαφέρει είναι ο τόνος της γραφής, δηλαδή κατά πόσο έχουν επιλεγεί τα κατάλληλα σχήματα λόγου για να εκφραστεί το θέμα του έργου – σε αυτά τα συστήματα κανόνων και κωδίκων πρέπει να εστιάσουμε γιατί αυτά και μόνο παράγουν το νόημα του κειμένου.

Έτσι, ο ιδεώδεις αναγνώστης γι’ αυτούς τους δομιστές και φορμαλιστές είναι εκείνος που στέκεται απαλλαγμένος από πεποιθήσεις, απαλλαγμένος από προσωπικές επιλογές και χαρακτηριστικά που καθορίζουν το φύλλο, την τάξη, τις κοινωνικές αντιλήψεις, προσεγγίζοντας το λογοτεχνικό κείμενο μόνο με βάση εκείνους τους λεκτικούς κώδικες και τα συστήματα που τον βοηθούν να προσλάβει το έργο.

Μία ένσταση, όμως, ως προς αυτό θα ήταν πως μια τέτοια αντίληψη καταργεί ουσιαστικά το ανθρώπινο υποκείμενο και το αντικαθιστά με ένα σύστημα ανάγνωσης του κειμένου. Πώς μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός πως το νόημα είναι ζήτημα συνείδησης κι όχι απλώς λέξεων ; Πώς μπορούμε να παραβλέψουμε ότι, όταν κάποιο νόημα συνδέεται με λέξεις, είναι ο άνθρωπος εκείνος που κάνει την σύνδεση, ανεξάρτητα από τους κανόνες και τις όποιες συμβάσεις της γλώσσας ;



- Ο αναγνώστης, η συνείδηση που παράγει το νόημα

«Η λογοτεχνία δεν είναι ένα αντικειμενικό γεγονός, αλλά μία υποκειμενική εμπειρία… Καθένας μας θα βρει σ’ ένα λογοτεχνικό έργο αυτό που φοβάται ή επιθυμεί περισσότερο» διατεινόταν ο θεωρητικός Ν. Holland πριν από μερικές δεκαετίες.

Το ενδιαφέρον της θεωρίας της λογοτεχνίας από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 κι έπειτα μετατοπίζεται από το κείμενο προς τον αναγνώστη. Οι θεωρίες που αναπτύχθηκαν σε αυτήν την περίοδο αμφισβητούν τον ορθολογισμό του δομισμού, σχεδόν αρνούνται ακόμη και την ίδια την έννοια της δομής. Η γλώσσα για αυτούς τους ‘‘μεταδομιστές’’ δεν είναι μια αυστηρά οριοθετημένη δομή που περιέχει συμμετρικές μονάδες σημαινόντων και σημαινομένων αλλά ένα πεδίο όπου όλα μεταβάλλονται και τίποτα δεν μένει σταθερό.

Αυτή η άποψη εμφανίζεται αντίθετη σε κάθε είδους συνεκτικά κοσμοθεωρητικά συστήματα και θεωρεί ότι η σχέση μας με την πραγματικότητα δεν είναι απλώς μια θετικιστική γνώμη αλλά κατεξοχήν μια ερμηνευτική σχέση. Επομένως, το κείμενο καθ’ αυτό είναι άνευ σημασίας, αφού ένα λογοτεχνικό έργο μπορεί να κατανοηθεί μόνο λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της ανάγνωσής του. Σε αυτή την σχέση το υποκείμενο και το αντικείμενο της αναγνωστικής διαδικασίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους.


Σύμφωνα με αυτήν την άποψη, λοιπόν, το λογοτεχνικό έργο δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο ως αντικείμενο που αντανακλάται στην συνείδηση. Καθώς το λογοτεχνικό έργο διαθέτει διάφορα επίπεδα (αισθήσεις, διαθέσεις, νοηματικές ενότητες), δηλαδή πλευρές της πραγματικότητας που μπορούν να περιγραφούν στο κείμενο μόνο σχηματικά, είναι αναγκαίο να αναγνωρίσουμε πως εκείνος που καλείται να συγκεκριμενοποιήσει και νοηματοδοτήσει αυτά τα στοιχεία είναι βασικά ο αναγνώστης. Άλλωστε, το λογοτεχνικό έργο δεν απευθύνεται τόσο στην διάνοια όσο στο συναίσθημα, και το περιεχόμενο αυτού του συναισθήματος είναι μία πολύ πιο σύνθετη διαδικασία που αναγκαστικά περνάει μέσα από το ‘‘φίλτρο’’ του αναγνώστη.

Πέρα από αυτές τις βασικές παραμέτρους (ο ρόλος της προσωπικότητας του συγγραφέα, ο ρόλος της μεσολάβησης του αναγνώστη, και τα ίδια τα κειμενικά στοιχεία που χρησιμοποιούνται) υπήρξαν κι υπάρχουν κι αρκετές ακόμη που διεκδικούν μερίδιο στην συγκρότηση μιας θεωρίας για την λογοτεχνία. Ο Μαρξιστικός στοχασμός θα συγκεντρώσει το ενδιαφέρον του στο κοινωνικό περιεχόμενο και στις κοινωνικές διαστάσεις του κάθε έργου, επιδιώκοντας να διερευνήσει το είδος και τον βαθμό εξάρτησης που υπάρχει ανάμεσα στην οικονομική βάση και στο πνευματικό εποικοδόμημα. Η θεωρία της ‘‘ακριβούς αντανάκλασης’’ θελήσει να αξιολογήσει τα έργα αποκλειστικά ως αντανάκλαση της κοινωνικής πραγματικότητας, ενώ η ψυχαναλυτική λογοτεχνική κριτική, διαμορφωμένη υπό την επίδραση της θεωρίας του Φρόιντ, θα διεκδικήσει επίσης ένα μερίδιο στην νεότερη θεωρία της λογοτεχνίας.



Πριν από λίγους μήνες έτυχε επίσης να διαβάσω ένα ενδιαφέρον κείμενο του Χανς Κρίτσοφ Μπουχ, όπου μεταξύ άλλων έγραφε:

«Δεν ξέρω τί είναι ρεαλισμός, μα ξέρω τί είναι ο φόβος εξαιτίας της αγάπης…

»Τί σχέση έχουν όλα αυτά με την λογοτεχνία ; Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός απαιτεί από τον συγγραφέα ‘‘την περιγραφή της πραγματικότητας στην επαναστατική της εξέλιξη’’. Πού βρίσκεται όμως αυτή η επαναστατική εξέλιξη ; … Υπάρχει κι ένας άλλος ορισμός του σοσιαλιστικού ρεαλισμού που παραδόξως προέρχεται από τον Στάλιν κι έχει ως εξής: ‘‘Ο συγγραφέας είναι ο μηχανικός της ανθρώπινης ψυχής’’. Δεν ξέρω πόσο σοβαρολογούσε ο Στάλιν λέγοντας αυτήν την φράση, ο ίδιος ήταν περισσότερο τεχνίτης του τρόμου απ’ ότι της ανθρώπινης ψυχής και σίγουρα εξολόθρευσε περισσότερους συγγραφείς απ’ ότι είχε διαβάσει…

»Δεν έχω καμία υπόληψη γι’ αυτόν που γράφει ένα μυθιστόρημα για να αποδείξει πως σε μία επιχείρηση πρέπει να συγκροτηθεί εργατική επιτροπή, γιατί κάτι τέτοιο δεν χρειάζεται να γίνει μυθιστόρημα. Η μορφή της πραγματικότητας είναι πάντα μη ρεαλιστική, γράφει ο Κάφκα. Αυτή την λογοτεχνία εκλαμβάνω ως ρεαλιστική, αυτήν που αντιστρατεύεται την αξίωση της μοναδικής αντιπροσώπευσης της πραγματικότητας, που δεν περιγράφει μόνο ό,τι είναι, μα δείχνει τις ουτοπικές δυνατότητες που πνίγονται και μαραίνονται στην καθημερινή πραγματικότητα…»

Όπως και να ’χει, υποθέτω πως τα ερωτήματα θα συνεχίσουν να μας απασχολούν για πολύ ακόμη. Οπότε, την επόμενη φορά που θα ολοκληρώσουμε ένα βιβλίο, προτείνω να αναρωτηθούμε πιο σοβαρά: τί είναι αυτό το κείμενο ; από πού ήρθε ; τί μας κάνει ; και, αν συνεχίζουμε να είμαστε ακριβώς οι ίδιοι μετά την ανάγνωσή του…


υποσημείωση:
αρκετά στοιχεία αντλήθηκαν από την μονογραφία της Μαρίας Κ. Πεσκετζή, Θεωρία της λογοτεχνίας και λογοτεχνική κριτική, εκδ. Σαββάλας.

- - -
POST #3


Όποτε τυχαίνει να σταθώ σε κάποιο περίπτερο κι η ματιά μου να πέσει στα εικονο-γραφημένα περιοδικά, κυρίως σε αυτά της Περιπέτειας και του Μπλέηκ, συλλαμβάνω ένα συναίσθημα γλυκιάς νοσταλγίας να αναδύεται από μέσα μου.

Φαίνεται πως εκείνο το μικρό παιδάκι, που ξεφύλλιζε με βουλιμία το χαρακτηριστικό pulp χαρτί, με την εναλλαγή του μαυρόασπρου και του κεραμιδί χρώματος, και διάβαζε γοητευμένο τις ιστορίες, υπάρχει ακόμη κάπου στο βάθος («σε ένα βαθύ πηγάδι το ’χουνε κλειστό»). Δεν το κρύβω πως μια πλευρά του εαυτού μου νοσταλγεί αυτήν την εποχή, όταν δεν γνώριζα πολλά για τον πραγματικό κόσμο, αλλά μπορούσα να ονειροπολώ σε άλλους κόσμους, σε άλλες περιπέτειες και μαζί με άλλους ήρωες-συντρόφους, κι όλα αυτά να έχουν κάτι από την γέψη του στέρεου και του πραγματικού.

Αναρωτιέμαι αν υπάρχουν παιδιά ή νέοι σήμερα που να διαβάζουν αυτά τα περιοδικά. Βέβαια, για να κυκλοφορούν ακόμη κάποιο κοινό θα πρέπει να υπάρχει, αλλά νομίζω πως θα πρέπει να είναι εξαιρετικά μικρό ( ποιοί να είναι αυτοί οι μικροί τύποι ; ). Στην σημερινή εποχή του internet και του facebook, των msn και των i-pod, των γυαλιστερών υπερηρώων και των αψεγάδιαστων κινηματογραφικών εφφέ, αυτά τα περιοδικά μοιάζουν πράγματι σαν απολιθώματα μιας περασμένης εποχής.


Η λογοτεχνία είναι φυσικά μια οργανωμένη λεκτική δομή, η οργάνωση ενός κώδικα διατύπωσης και διεκπεραίωσης ενός μηνύματος που βασίζεται σε στοιχεία κειμενικών λειτουργιών. Μέσα στην λογοτεχνική αφήγηση περιγράφεται σημείο προς σημείο η εξέλιξη της δράσης, αλλά αν η καλή λογοτεχνία είναι ένας μηχανισμός πυροδότησης της φαντασίας, τότε τί να πούμε για το κόμικ που το πέρασμα από την μία εικόνα στην άλλη, από την μία λεζάντα στην άλλη, χρειάζεται σίγουρα μια δραστήρια επέμβαση της φαντασίας ;

Στα κόμικς, βλέπετε, η δράση αρχίζει με την πρώτη λεζάντα και τελειώνει με την επόμενη, αγνοώντας όλα τα ενδιάμεσα περάσματα. Το πρόσωπο που στην πρώτη λεζάντα στεκόταν περήφανα στο άλογο, στην δεύτερη βρίσκεται πεσμένο στην σκόνη, κι έτσι την πτώση πρέπει να την φανταστεί κανείς. Στα κόμικς από μία κίνηση φαίνεται μόνο το τελικό αποτέλεσμα, όχι το ξετύλιγμά της, κι έτσι πρέπει να φανταστεί κανείς, να συνδέσει οραματικά, την διαδρομή που διέτρεξε κάθε πρόσωπο και κάθε αντικείμενο από την αρχική του διάταξη μέχρι την καινούρια.

Οπότε, η φαντασία του αναγνώστη ενός εικονογραφημένου περιοδικού δεν παρακολουθεί παθητικά αλλά παρακινείτε να ενεργοποιηθεί, να αναλύσει και να συνθέσει, να ταξινομήσει και να αποφασίσει. Καθώς η υπόθεση της ιστορίας παραμένει αόρατη για μεγάλα διαστήματα, όλη η πορεία της πρέπει να ανασκευαστεί από τον αναγνώστη, ο οποίος καλείτε να συσχετίσει τις ενδείξεις που προσφέρουν οι λεζάντες, τα σχέδια και τα χρώματα, κι έτσι να ενώσει νοερά σε ένα συνεχές νήμα τα πολλά ‘‘σπασμένα κομμάτια’’ στα οποία στηρίζεται η ιστορία. Είναι λοιπόν ο αναγνώστης που δίνει ένα νόημα σε όλα αυτά, καθώς το μυαλό είναι υποχρεωμένο σε μια σύνθετη προσοχή κι η φαντασία καλείται να αναλάβει τις πιο ευγενείς της λειτουργίες.

Ένα φαινόμενο στο οποίο επίσης θα ήθελα να σταθώ είναι η ανάπτυξη που παρατηρείται στα λεγόμενα Graphic Novels (εικονογραφημένες νουβέλες), που έχουν αρχίσει να εκδίδονται αρκετές πλέον και στην χώρα μας, πολλές από τις οποίες φέρουν την υπογραφή γνωστών συγγραφέων του Φανταστικού.

Ο όρος graphic novel δηλώνει έργα με μακροσκελή αφήγηση, παρόμοια με εκείνα του μυθιστορήματος, αλλά και συλλογές ιστοριών και διασκευές γνωστών λογοτεχνικών έργων, καθώς και έργα στα όρια του μυθοπλασιακού και του μη μυθοπλασιακού, πάντα όμως εικονογραφημένα.

Τα graphic novels προσανατολίζονται και στο ενήλικο κοινό, με πραγμάτευση σύνθετων θεμάτων και φιλοδοξία λογοτεχνικότητας, επιδιώκοντας εντέλει την αναγωγή των κόμικς σε σοβαρή τέχνη. Graphic novel σημαίνει πολιτική, ιστορία, κοινωνική κριτική, ρεαλισμός, αλλά και νουάρ και επιστημονική φαντασία επίσης, και ουτοπία και δυστοπία κυρίως, και πάνω από όλα στυλιζάρισμα κι ύφος - όλα αυτά σε έναν μεικτό κώδικα.

Μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα που κυκλοφορούν και στα ελληνικά είναι το ''V for Vendetta'' και ''Watchmen'' του Allan Moore, το ''The Sandman'' και το ''Neverwhere'' του Neil Gaiman, το ''The Thief of Always'' του Clive Barker, το ''The Dark Tower'' του Steven King, αλλά και το ''Περσέπολις'' της Μαργιάν Σατραπί μέχρι το ελληνικό ''Logicomic'' των Απόστολου Δοξιάδη, Χρίστου Χ. Παπαδημητρίου, Αλέκου Παπαδάτου και Annie Di Donna, και πολλά άλλα ακόμη...

plus : Σε αυτό το link μπορείτε να διαβάσετε το πρώτο κεφάλαιο του ''NeverWhere - Ποτέ & Πουθενά'' των Neil Gaiman και Carey Mike.

- - -
POST #2

(αυτή είναι η εισαγωγή από ένα μεγαλύτερο κείμενό μου, που μάλλον θα συμπεριληφθεί σε κάποιο από τα επόμενα τεύχη της ''Φανταστικής Λογοτεχνίας'' της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ.)


«Αν είχαμε μια Φανταστική, όπως έχουμε μια Λογική,
θα ανακαλύπταμε την τέχνη να επινοούμε»
Νοβάλις

«Αιών παις εστί παίζων… παιδός η βασιλήιη»
Ηράκλειτος

Όταν ήμουν μικρός θυμάμαι πως παίζαμε ένα παιχνίδι η μαμά μου κι εγώ. Το παίζαμε πάντα στην κουζίνα την ώρα του φαγητού. Δεν είμαι σίγουρος αν το παιχνίδι είχε την τιμητική του όποτε υπήρχε κάποιο φαγητό που αρνιόμουν πεισματικά να φάω, αλλά νομίζω πως παίζαμε ανεξάρτητα του φαγητού, ανάλογα με τα κέφια της μαμάς μου.

Το παιχνίδι είχε ως εξής : καθώς η μαμά μου με τάιζε, βουτούσε το κουταλάκι στο πιάτο του φαγητού, έσκαβε μια πλούσια κουταλιά, κι έπειτα το σήκωνε ψηλά και το έκρυβε πίσω από το αυτί της. Μου χαμογελούσε και η φωνή της γινόταν όλο νάζι, «Έρχεται, έρχεται το αεροπλανάκι», και το φορτωμένο κουτάλι άρχιζε να κόβει βόλτες στον αέρα. Έφερνε κύκλους, έκανε ζιγκ-ζαγκ, κι ο τελικός προορισμός του ήταν πάντα το στόμα μου.

Όταν συμπεριλήφθηκα κι εγώ στον κόσμο των ενηλίκων, δεν είδα ποτέ κανέναν να τρώει με αυτόν τον τρόπο και μάλιστα κατάλαβα πως αυτός ο τρόπος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί απαγορευτικός. Αν υπήρχε κάποιος που το έκανε, σίγουρα θα τον έπαιρναν για τρελό και σαλεμένο. Δεν συνέβαινε το ίδιο όμως και τότε που εγώ κι η μαμά μου παίζαμε αυτό το παιχνίδι.

Μερικά χρόνια αργότερα, αφού θα είχα μεγαλώσει αρκετά, η κουζίνα θα γινόταν ο χώρος όπου θα διαδραματιζόταν ένα άλλο παιχνίδι. Αλλά αυτό θα το έπαιζα μόνος μου, χωρίς κανείς άλλος να με έπαιρνε χαμπάρι. Γιατί αυτό ήταν το μυστικό μου παιχνίδι. Συνήθως την ώρα του μεσημεριού, όταν τα πάντα στο σπίτι ησύχαζαν και οι σκιές μεγάλωναν μες το δωμάτιο, εγώ ξεγλιστρούσα και τρύπωνα ύποπτα μες την κουζίνα, εκεί όπου υπήρχε το μεγάλο τραπέζι με τις ψηλές καρέκλες και το πλαστικό τραπεζομάντιλο και τα πολλά συρτάρια.

Κατά την διάρκεια όλης της υπόλοιπης ημέρας η κουζίνα ήταν ο χώρος δράσης της μητέρας μου, εκεί όπου μαγείρευε κι έπλενε κι έκανε τις δουλειές του σπιτιού. Χύτρες έβραζαν κι έβγαζαν ατμούς, ποτήρια, μαχαιροπίρουνα, πιάτα και κατσαρολικά κροτάλιζαν ρυθμικά, καθώς λερώνονταν και στην συνέχεια καθαρίζονταν. Ήταν ένας χώρος δουλειάς, όλο θόρυβο και κίνηση. Το μεσημέρι όμως, που όλα ησύχαζαν μες το σπίτι, τρύπωνα εκεί και τα πάντα μεταμορφώνονταν. Το τραπέζι γινόταν το καταφύγιό μου, και οι σακούλες που είχε από κάτω του, με τις πατάτες και τα κρεμμύδια, γίνονταν τα μυστικά μου πολεμοφόδια. Η καρέκλα γινόταν το άλογό μου, που το καβαλίκευα κι ορμούσα στις περιπέτειες. Και κάθε δυσπρόσιτο συρτάρι έκρυβε άγνωστους, κρυφούς θησαυρούς.

Παρόλο που έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε, καταλαβαίνω τώρα, όσο κι αν μου φαίνεται παράξενο, πως έπαιζα με όλα αυτά, που για όλους τους άλλους ήταν αντικείμενα καθημερινά, μίας μόνο χρήσης. Καταλαβαίνω πως το παιχνίδι αυτό ήταν ένας τρόπος να ανακαλύπτω και να παρουσιάζω με καινούριες μορφές αυτήν την κοινότυπη πραγματικότητα. Και φυσικά γνωρίζω πως αυτό το παιχνίδι το μοιραζόμουν με όλα τα παιδιά της ηλικίας μου, που αργότερα μεγάλωσαν και τα ξέχασαν όλα αυτά, όπως κι εγώ…
- - -

POST #1


Προοίμιο Έπους...

Νύχτωσε πια
κι εγώ ακόμη άκαρπος γυρίζω
βαριά η δουλειά
μα όλα με την ψυχή μου τα ζυγίζω


σκύβω βαθιά
σε αναζήτηση στηρίγματος στο δάσος
το φανάρι σβηστό
κι εγώ γυρίζω ψάχνοντας μονάχος


η θύμηση η παλιά
ξεγλίστρημα γλυκιάς δροσιάς των βράχων
νεανική χαρά
των πρώτων χρόνων άγνοια και πάθος


κι αγωνία πολύ
η πρώτη δίψα στο σκοτάδι για το φως
το γαλάζιο πουλί
η λαχτάρα για την γνώση – το γιατί και το πώς.

*

Σήκωσα πανιά
για ένα ταξίδι μακρινό σε άγνωστα πελάγη
και στάθηκα ορθός
στην πρύμνη βιγλάτορας για το ακρογιάλι


θάλασσα παχιά
ένα θαλασσοπούλι πέταξε δεξά μου
αέρας στα πανιά
ένα δελφίνι λίκνισε ζερβά μου


τώρα θυμάμαι
κρυφά κοιτώντας από την χαραμάδα του χρόνου
ένα σύννεφο γεννιέται
και σκάει στο κύμα πέρα στην άκρη του δρόμου


ήμουν νέος
κι η τόλμη τον κόσμο μπορεί να αλλάξει
καθώς βλασταίνει
από το περίσσευμα της καρδιάς η πράξη.



© Δημήτρης Αργασταράς


- - -

Μια παλαιά ιστορία μιλάει για ένα γέρο ταξιδευτή, που έφτασε πάλι σπίτι του μετά από μακροχρόνια απουσία. Στεκόταν και κοιτούσε τις αλλαγές που είχαν επέλθει όλα αυτά τα χρόνια, και σκεφτόταν : ώστε λοιπόν τα φυτά στις γλάστρες έχουν μεγαλώσει, τα αγριόχορτα στο έδαφος έχουν θεργέψει, το αγαπημένο του δένδρο, γέρικο και αυτό, στην ίδια θέση υψωνόταν ακόμη, το κατώφλι του σπιτιού βρισκόταν εκεί όπως το είχε αφήσει, μόνο που έμοιαζε λίγο ξεβαμμένο… Όλα συνέχιζαν την ύπαρξή τους και χωρίς αυτόν. Και το μόνο που έλειπε απ’ το σπίτι, που μαράζωνε μέσα στον χρόνο, ήταν ένας γεράκος με παντούφλες και μπαστούνι. Έτσι έμεινε για λίγο σκεφτικός, και ύστερα είπε: «Αν θέλω ανοίγω την πόρτα και μπαίνω, αν θέλω γυρίζω και φεύγω… Αν θέλω μπαίνω, αν θέλω δεν μπαίνω..».

Καθώς αισθάνομαι μετέωρος σ' ένα παρόμοιο δίλημμα, επιλέγω να ονειροπολήσω λίγο ακόμη. Και την ίδια στιγμή, κοιτώντας τον έναστρο ουρανό, σκέφτομαι πως κάθε δίλημμα είναι αστείο. Μέσα σ’ ένα άπειρο κόσμο απείρων πιθανοτήτων μία ακόμη εκλογή ίσως είναι η ασήμαντη πολυτέλεια μιας κουκιδούλας σκόνης. Γιατί να σκεφτώ αυτό ή εκείνο, ποιός έχει να ωφεληθεί, τί κέρδος και τί απώλεια θα προκαλέσει η απόφασή μου ; Ίσως το καλύτερο που έχω λοιπόν να κάνω, ως αντίδραση σε αυτή την κατάσταση, είναι να αναγορεύσω την εκλογή μου σε Απόλυτη Αλήθεια και Αμετάκλητη Δήλωση, να σφίξω την γροθιά μου και να την τείνω με αυστηρότητα στον ουρανό λέγοντας «Αυτό!». Αναμφισβήτητα όλοι χρειάζονται ένα καλό γέλιο. Κι ίσως έτσι κερδίσω την εύνοια του Ουράνιου Πατέρα… «χαχαχαχα, μπας σε καλό σου παιδί μου, χαχαχαχα».

Όμως, μετέωρος ακόμη στο δίλημμα, βλέπω πως κάτω, κοντά στα πόδια μου, ένα πράσινο φυλλαράκι προβάλει το λεπτό του κοτσάνι και σκύβει πάνω από την γη. Παρόλο τον αμετάκλητο νόμο περί βαρύτητος, εκείνο θα φυτρώσει μέσα στην νύχτα, θα περιμένει όλη την βραδιά μες την σιωπή και την ημέρα θ’ αντικρίσει με ευφροσύνη τον ήλιο. Μέσα μου, στο στήθος μου αριστερά, μια μικρή φωνούλα μου λέει: «Αυτό... Αυτό... Αυτό». Μια κρυφή επιθυμία, ένας μυστικός σκοπός, ανακαλύπτω πως ελλοχεύει στην καρδιά μου. Κι αναρωτιέμαι, ποιός να τον φύτεψε εκεί ; Αυτός είναι που μου λέει τι να κάνω, πώς να αντιδρώ, πώς να απαντώ σε κάθε ερέθισμα, στους ανθρώπους και στον κόσμο. «Αγάπα και κάμε ό,τι θες». Κι ίσως έτσι κερδίσω την εύνοια του Ουράνιου Πατέρα…

Ποίηση

1.

Θέλω να γράψω ένα ποίημα
Που να μιλεί γλυκά στην καρδιά
Και την ζωή
Με την αναζήτηση του ανεκπλήρωτου
Με την λαχτάρα του τιποτένιου
Με τον φόβο του κενού
Να την εξαφανίζει
Ή – αν αυτό δεν μπορεί – να την καθαγιάζει
Ή – αν αυτό δεν γίνεται – να την μετουσιώνει
Σε απαλή αρμονική σίγουρη απλή πράξη
Καθώς το ηλιόβγαλμα σε κάθε ξημέρωμα.

2.

Λοξά έπεσε το φως κι αστράψαν ημέρες
Μια σπιθαμή πιο μπρος το δένδρο του χεριού σου εφάνει

Κομμάτια λέξεις
Ριγμένες στο χαρτί
Να αναπληρώσουν μια απουσία

Εκεί που όλο το πληγωμένο εγώ σου καταλήγει σα βέλος στον αέρα
Που ματώνει πάνω στο λευκό αφήνοντας κάτι μαύρα στίγματα

Κομμάτια μέρες
Ριγμένες στο κενό
Να επιβεβαιώσουν μια τύψη

Απέραντες εκτάσεις –βοσκοτόπια, βουνά, ένα λιμάνι
Τριανταφυλλένια σύννεφα
Απέθαντες πολιτείες –μηχανές, κτήρια, μια λεωφόρος
Μενεξελιά ρεκλάμα

Κομμάτια μπόρες
Ριγμένες παντού
Να ξαναφορτίσουν μια θλίψη

Λοξά έπεσε το φως κι αστράψαν ημέρες
Μια σπιθαμή πιο μπρος το δάκρυ του λυγμού σου εφάνει !

3.

Ένα πουλί που ψοφά
Ένα δένδρο που γέρνει
Μη ρωτάς πια γιατί
Είναι ο πόνος – που όλα τα μαραίνει

Σκύβω πάλι βαθιά
Στους δικούς μου τους δρόμους
Φέρνω βόλτες παλιές
Στα σοκάκια του χρόνου
Μη ρωτάς πια γιατί
Είν’ η συνήθεια – που την αλήθεια μας κρύβει

Βγαίνω πάλι στο φως
Τις νεφέλες κοιτάζω
Εκείνους που τρέχουν με τα μπουκάλια γεμάτα
Μη ρωτάς πια γιατί
Ήταν κάποτε φίλε δυο μαύρα μάτια
– και μια πλεξούδα χρυσή

Θα γεννηθεί και για σένα
Με την σειρά σου το πάθος
Το δικό σου το ψέμα
Μη ρωτάς πια γιατί
Είναι η οφειλή που χρωστάς – το πρώτο σου χρέος.

4.

Κοιτώ μακριά την θάλασσα
Και τα βουνά στο βάθος που μόλις διαγράφονται
Μια μέρα φωτεινή μα ωστόσο συννεφιασμένη
Κι αναρωτιέμαι τί να ’ναι αυτό
Που οι μισοί το λεν ‘‘σκοτάδι’’ κι οι άλλοι μισοί ‘‘φως’’

Τι να ’ναι αυτό που ανεξίτηλα
Χαράζεται στην όψη και των δυο μας
Το σπρώχνουμε συνεχώς κι εκείνο επιστρέφει
Το τραβούμε συνεχώς κι εκείνο απομακρύνεται
Ν’ ανασάνουμε μια στιγμή δεν μας αφήνει
Καθώς τίποτα δεν υπάρχει πέρα από αυτό

Βαθιά κρυμμένο μυστικό ή ένα σεντούκι άδειο
Ξεχασμένο σ’ ένα σπίτι με γύψινα στολίσματα
Ένα σεντούκι μυστικό όπως αυτό
Που τώρα κάθομαι και απ’ το παράθυρο κοιτώ
Έξω μακριά την θάλασσα και πίσω τα βουνά
Κι αναρωτιέμαι λέει τι να ’ναι αυτό
Που οι μισοί το παρατάν
Κι οι άλλοι μισοί – μα πάντα περισσότεροι – κυνηγάν αενάως...

5.

Από μικρός μες το σκοτάδι
Μες των άλλων τα κεριά
Πότε σβήνει
Πότε ανάβει
Σα να παίζουνε παιδιά

Πότε δίπλα στο λιμάνι
Πότε δίπλα στην ακροποταμιά
Μες στην φύση
Μες το χαρμάνι
Σα να παίζουνε παιδιά

Από μικρός μες το νυστέρι
Μες του ήλιου την χαρά
Μες την κάψα
Μες τ’ αγέρι
Σα να παίζουνε παιδιά

Σα να παίζουνε παιδιά
Με τα χέρια απλωμένα
Και τα μάτια τους δεμένα
Σα να παίζουνε παιδιά
Ένα παιχνίδι : τυφλόμυγά.

6.

Βαδίζω τον δρόμο

Που δεν έχει δρόμο

Της στιγμής που γεννήθηκε

Γνωρίζοντας τον θάνατο

Καθώς σου λέει αντίο

Κι ας μόλις ήρθες

Ενώ οι ώρες λαλούν

Και τα κοκόρια πάνω στο φράκτη ξυπνάνε.


Χαθήκανε τα πράγματα

Που μόλις βρήκα

Κι όταν τα βρω

Θα χαθούνε πάλι

Μια στιγμή μόνο έλειψα

Κι η απουσία βάρυνε

Πνιγηρός που έγινε ο θάνατος

Απ’ τις πολλές αναπνοές

Μέτρα όλες τις γραμμές

Κι όταν φτάσεις στον κύκλο

Ξεκίνα πάλι.

7.

Υπάρχει μια ομορφιά στην Τέχνη
Και αυτή ειν’ η μόνη ομορφιά π’ αναγνωρίζω

Κι αν πέρασα περιπέτειες πολλές
Κι αν είδα τρεις και τέσσερις φορές
Τον Μαύρο να μου νεύει
Πάλι μπόρεσα και βγήκα ζωντανός
Μέσα από τα βάσανα έγινα καπνός

Προς το γαλάζιο, το ανέσπερο το φως
Εκείνο το μόνο που με σαγηνεύει.
Μικρές Ιστορίες

1. Το ανθρωπάκι και ο κύκλος.

ΉΤΑΝ ΕΝΑ ΑΝΘΡΩΠΑΚΙ υποχρεωμένο να ζει μέσα σ’ ένα κύκλο. Συγκεκριμένα, του επιτρεπόταν να κινείται μόνο πάνω στην κυκλική περιφέρεια, που διαγραφόταν από ένα χρώμα κόκκινο, το μόνο χρώμα που είχε δει και γνώριζε. Έτσι περιφερόταν λοιπόν, μονότονα έφερνε γύρους, δίχως άλλη ασχολία. Tο μόνο που έκανε ήταν να εφεύρει ένα σύστημα για να κρατά αριθμούς μέσα στο μυαλό του. Κάθε φορά που ένιωθε να συμπληρώνει ένα κύκλο προσέθετε και μία μονάδα στους αριθμούς αυτούς. Σε αυτήν την αρίθμηση είχε δώσει μία ονομασία και την έλεγε Χρόνο.

Πρέπει να είχε συμπληρώσει τον Χρόνο 33517 όταν, καθώς διέγραφε μία καμπύλη μεγάλη πάνω στην κυκλική περιφέρεια, κάνοντας δηλαδή αυτό που μόνο και πάντα ήξερε να κάνει, συνάντησε μπροστά του ένα παράξενο αντικείμενο, που πρώτη φορά έβλεπε, να του φράζει τον δρόμο. Στην αρχή ξαφνιάστηκε - τί ήταν αυτό ; - κι έπειτα το έπιασε ταραχή. Και άρχισε να ψάχνει το περίεργο αυτό πράγμα : ψηλάφισε με τα δάκτυλά του την ανώμαλη και τραχιά του επιφάνεια, σήκωσε τα μάτια ψηλά για να μπορέσει να δει πόσο έφτανε σε ύψος εκείνος ο όγκος. Ήταν το πιο παράξενο που είχε δει ποτέ του και τελικά κατέληξε να το ονομάσει Βράχο.

Σαστισμένο μπροστά στο δυσθεώρητο μέγεθος, το μικρό ανθρωπάκι σκέφτηκε πως αυτός ο Βράχος πραγματικά του έκλεινε τον δρόμο. Eίχε μάθει να κινείται πάνω στην κυκλική περιφέρεια και δεν είχε χώρο για να περάσει. Έτσι η πορεία του αναγκαστικά σταματούσε. Να γυρίσει πίσω τί νόημα είχε, αφού πάλι θα έπεφτε πάνω στον Βράχο, που του έφραζε τον δρόμο και από την αντίθετη κατεύθυνση ; Καθόταν λοιπόν το μικρό ανθρωπάκι σε εκείνο το σημείο και ο Χρόνος του είχε πια σταματήσει καθώς δεν μπορούσε να μετρά πια αριθμούς όπως πρώτα. Στην σκέψη αυτή ένα ρίγος το διαπέρασε. Τί θα έκανε τώρα ;

Πέρασε πολύ καιρός με το μικρό ανθρωπάκι στο ίδιο σημείο, να σκέφτεται έντονα, να βασανίζεται πραγματικά, ώσπου να του ’ρθει επιτέλους μια ιδέα. Γονάτισε μπροστά στον τεράστιο όγκο, άπλωσε τα χεράκια του κι αρχίνισε να σπρώχνει… Έσπρωχνε, έσπρωχνε, ίδρωνε, φούσκωνε, έβαζε όλη του την δύναμη, βαριανάσανε και ξανά πάλι, έσπρωχνε, έσπρωχνε… Μέχρι που, κάποια στιγμή, προς μεγάλη του έκπληξη, ένιωσε τον Βράχο να μετακινείτε. Και όταν μετά από πολύ προσπάθεια θεώρησε ότι αρκετά είχε μετακινήσει τον Βράχο, σταμάτησε και σηκώθηκε για να συνεχίσει την πορεία του, την γνωστή του κυκλική διαδρομή. Όμως τότε μία άλλη έκπληξη τον περίμενε. Δεν βρισκόταν πια μέσα στην περιφέρεια του κύκλου. Παλεύοντας να βγάλει τον Βράχο έξω, είχε βγει και ο ίδιος. Μπορούσε μάλιστα να κοιτά ολόκληρο τον κύκλο πίσω του και σκέφτηκε πως πρώτη φορά τον έβλεπε έτσι.

Το ανθρωπάκι δοκίμασε τότε μερικά βήματα και εκτός κύκλου. Βρήκε ότι βάδιζε εξίσου καλά. Τίποτα το διαφορετικό δεν υπήρχε. Μπορούσε πλέον να ξεκινήσει μια καινούρια διαδρομή, πιο ελεύθερη, πιο μεγάλη, πιο πλούσια. Ίσως λιγότερο ασφαλής αλλά και πιο ελπιδοφόρα. Τώρα είχε μοναχά ένα πρόβλημα να λύσει : πώς θα μετρούσε πλέον τον Χρόνο !

(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ''Συμπαντικές Διαδρομές'', Τεύχος 9)


2. Ο Λαβύρινθος.

ΗΤΑΝ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΜΕΡΟΣ. Κάτι μου θύμιζε, απροσδιόριστο και μακρινό. Λιγοστό ήταν το φως κι ο αέρας πηχτός, σα μαύρη θάλασσα που δύσκολα κολυμπάς μέσα της, κι έτσι τσαλαβουτούσα, με τα χέρια να ψάχνουν, στο σκοτεινό εκείνο κενό.

Ύστερα υπήρχε ο κατήφορος, που εμφανιζόταν – θα έπρεπε να πω τον ένιωθες, καθώς τίποτα δεν μπορούσες να δεις – απρόσμενα μπροστά σου. Γλιστρούσες ξαφνικά κι απότομα και έπρεπε να προβάλλεις αντίσταση για να μην πέσεις κάτω. Έπειτα όμως ο δρόμος έστρωνε πάλι. Μόνο που ο αέρας γίνονταν τώρα πιο ζεστός, σα να ήταν η καυτή ανάσα κάποιου θηρίου που παραμόνευε στα βάθη της σκοτεινής αυτής στοάς.

Ξαφνικά η σκέψη μου άρχισε να λειτουργεί ασταμάτητα, γεμάτη αμφιβολίες. Άραγε να οδηγεί κάπου αυτός ο λαβύρινθος ; Κι αν όχι, τότε γιατί συνεχίζω αυτήν την μάταιη πορεία ; Γατί δεν γυρνώ πίσω από εκεί που ήρθα, στην αφετηρία, που είχε το φως του φεγγαριού από πάνω της και μία στρογγυλή λιμνούλα στην μέση και τριγύρω μαύρες τρύπες, όλες χωρίς καμιά ταμπελίτσα για το που οδηγούν. Πού να οδηγεί άραγε ; Αν ήξερα, θα έμπαινα τότε στον κόπο ή μήπως θα έμενα εκεί, στην αφετηρία, γυρνώντας γύρω-γύρω, θαυμάζοντας τις ταμπελίτσες με τα διάφορα ονόματα – αν υπήρχαν – και, το πολύ, θα στοχαζόμουν για την προέλευσή τους ; Μα όλα αυτά ήταν πλέον κουβέντες δίχως νόημα. Ίσως από περιέργεια, από μία παραπάνω του επιτρεπτού ανησυχία, ίσως από λάθος, είχα διαλέξει αυτή την σκοτεινή στοά, στο εσωτερικό της οποίας βάδιζα, και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο από το να συνεχίσω να βαδίζω. Να βαδίζω μπροστά, όχι από κάποια τεμπελιά («που να γυρίζω τώρα πίσω»), ή από κούραση («που να ανεβαίνω ανάποδα την απότομη κατηφόρα»), αλλά από περιέργεια ή από έναν παραπάνω του επιτρεπτού ηρωισμό ή από λάθος.

Και, μαζί με την πορεία μου, συνέχιζα να αναρωτιέμαι : Άραγε θα καταλήξω κάπου ; Θα έχει κάποιο τέλος η περιπέτειά μου αυτή ; Κι αν όχι, είναι δυνατόν να περπατώ για πάντα ; Να παραπαίω για πάντα έτσι, μέσα στην σκοτεινιά, με τα χέρια τεντωμένα να ψαχουλεύουν το κενό, να αναζητούν να "δουν" αυτά, αφού τα μάτια μου, παρόλο που λειτουργούν μια χαρά, δεν μου χρησιμεύουν πλέον, σα να ’γινα ξαφνικά τυφλός, κάποιος που έχασε το μπαστούνι του ή το πιστό σκυλί του… Σίγουρα όμως θα υπάρχει ένα τέλος, παρόλο που οι σοφοί δεν έχουν αποφασίσει ακόμη για την αρχή ή μήπως έχουν; Αλλά ποιός μπορεί πια να εμπιστευθεί τους σοφούς. Κι αν μπορεί, πού είναι τώρα ένας, που τον χρειάζομαι, για να θέσω το ερώτημά μου ; Δεν μπορώ να εμπιστευθώ πλέον κανέναν, διότι κανείς δεν υπάρχει, διότι είμαι μόνος σε τούτη την σκοτεινή σήραγγα, σε τούτο το άδειο κουφάρι κάποιου γιγαντιαίου φιδιού ή χταποδιού με τα πολλά πλοκάμια, στέκω έρημος, και μόνος πρέπει να τα βγάλω πέρα.

Μπορώ εντωμεταξύ να φαντάζομαι την καινούρια γη στην οποία, κατάκοπος πια, θα φτάσω. Ναι, θα είμαι κατάκοπος, αλλά θα βγω μέσα από έναν δροσερό καταρράκτη. Το νερό θα κυλήσει στο σώμα μου, στο πρόσωπό μου, στους ώμους μου και θα είναι δροσερό, απαλό, βελουδένιο, γοργοφτέρουγο όπως το θέλει ο ποιητής. Θα δώσει φτερούγες σ’ όλο μου το κορμί, θα το ξαναζωντανέψει και τότε θα ανοίξω τα μάτια μου. Θα ανοίξω τα μάτια μου, μα αυτό που θα δω θα μοιάζει απίστευτο: πράσινα λιβάδια, κόκκινες παπαρούνες να βάφουν ατέλειωτους κάμπους, λευκά κρίνα να λικνίζονται στον αέρα και να σκορπούν δροσούλες στο ανέμισμά τους. Θα αντικρίσω άνθη, πολύχρωμα άνθη παντού, και δένδρα, με κορμούς σφιχτούς και γερούς, με καρπούς μεθυστικούς. Άσπρα άλογα θα καλπάζουν, δεν θα υπάρχει άλλη ζωή, μόνο άσπρα άλογα…

Μα θα μπορώ άραγε να δω ; Θα μπορέσω να ξαναδώ τίποτα πια ; Μήπως τα μάτια μου συνηθίσουν τόσο το σκοτάδι που, έτσι άχρηστα όπως είναι τώρα, νεκρωθούν για πάντα ; Τι τραγωδία θα είναι αυτή ! Να έχω μάτια μα να μην μπορώ να δω ! Κι ακόμη χειρότερα, γιατί δεν θα έχω χάσει την όρασή μου από κάποιο βίαιο ατύχημα, από κάποιο χτύπημα που δεν θα μπορούσα να αποφύγω, από κάποια μάχη ηρωική απ’ όπου θα έβγαινα ζωντανός και νικητής και η στέρηση της όρασης μου θα ήταν απλώς το απαραίτητο τίμημα για το κατόρθωμά μου. Μα να έχω χάσει τα μάτια μου επειδή αυτά συνήθισαν στο σκοτάδι ! Μήπως όμως κι αυτή η επιλογή της σκοτεινής διαδρομής, που κανείς πρωτύτερα δεν είχε εξερευνήσει, δεν είναι μία πράξη ηρωική, δεν είναι μία μάχη ; Μα κι αν είναι έτσι, αυτό δεν θα το γνωρίζει κανείς και κανένα φανερό σημάδι δεν θα υπάρχει. Ω, τι συμφορά !

Μα πάλι ίσως την όραση μου να μην χάσω. Ίσως να βρω την έξοδο και να μπορώ να δω. Όμως αυτό που θ’ αντικρίσω μπορεί καθόλου το προσδοκώμενο να μην είναι. Άλλωστε κανένα ίχνος δεν υπάρχει, καμία ένδειξη πουθενά, πως το τούνελ αυτό οδηγεί σε κάποια χώρα μαγική και ονειρεμένη…

(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ''Φανταστική Λογοτεχνία'', τεύχος 4)

3. Στο Νησί.

ΜΕ ΦΟΥΣΚΩΜΕΝΟ ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ και λίγο ζαλισμένο ακόμη το κεφάλι στεκόμουν γονατιστός στην άκρη της μικρής βάρκας που ταλανιζόταν ελαφρώς καθώς διέσχιζε το γαλάζιο μπροστά μας. Και ώρες ολόκληρες τίποτα άλλο δεν αντίκριζαν τα μάτια μου πέρα από την απαλή θάλασσα, τον γαλανό ουρανό και τον ήλιο, ακριβώς από πάνω μας, να εξακοντίζει τις κάθετες ακτίνες του στην γαλάζια επιφάνεια και να αποκαλύπτει, καθαρά και διάφανα, τον μυστηριώδη κόσμο του βυθού της, σκοτεινό, βαθυγάλανο, απόμακρο. Ώρες ολόκληρες, μέχρι να διακρίνουμε επιτέλους την μεγάλη κίτρινη αμμουδιά…

Όμως μόλις έλαμψε το βλέμμα μου, άκουσα τον αναστεναγμό του βαρκάρη. Επιφυλακτικός και ανήσυχος καθ’ όλη την διάρκεια της διαδρομής, έκπληκτος που πράγματι βρήκαμε το νησί, το μόνο που δέχτηκε ήταν να παραπλεύσει και κατόπιν, το συντομότερο, να φύγει. Λες και η άξαφνη ηρεμία, η γαλήνη που απόπνεε αυτός ο γήινος πλεούμενος παράδεισος να του ξυπνούσε φόβους κι εφιάλτες καλά απωθημένους κι άγνωστους. Βιάζονταν λοιπόν φανερά να γυρίσει πίσω, στο θορυβώδες λιμάνι της αφετηρίας μας κι εκεί να ξαναβρεί την ασφάλεια, μες στο ποικιλόμορφο ανθρωπομάνι του μόλου. Αρνήθηκε να ρίξει την άγκυρα και μου έκανε νόημα να κατέβω.

Όμως κι εγώ ήμουν άλλο τόσο ξαφνιασμένος. Η θέα του νησιού με είχε ταράξει, γιατί παρόλο που πολλές φορές την είχα πλάσει στην φαντασία μου, τώρα που είχα το αληθινό της όραμα μπροστά μου γούρλωνα τα μάτια για να το πιστέψω. Κατέβηκα από την βάρκα δίχως να αποχαιρετήσω τον βαρκάρη. Εκείνος, μόλις τσέπωσε το παχυλό πουγκί που του είχα τάξει, μου γύρισε την πλάτη και ξεκίνησε το κουπί. Απόμεινα έτσι στην παραλία, να ακούω για στερνή φορά το θόρυβο που έκαναν τα κουπιά καθώς απομακρύνονταν η βάρκα κι ακόμη το κύμα να χτυπά αφρίζοντας στους βράχους. Γύρω μου απλώνονταν το κοραλλένιο νησί με την απέραντη κίτρινη αμμουδιά του και τα ψηλά πελώρια δένδρα που έκρυβαν, σα φράκτης, σα τοίχος φυσικός, το εσωτερικό του νησιού.

***

‘‘Αυτό είναι καθαρή τρέλα’’ είχε μουρμουρίσει ο συνταξιδιώτης μου ‘‘να ξεκινήσει κανείς, έτσι ξαφνικά, εξαιτίας μίας φανταχτερής ιστορίας που του διηγήθηκαν, να ξεκινήσει για να φτάσει στην άκρη του κόσμου… Γιατί ; Ποιός ο λόγος ; Και να πληρώνει μάλιστα για αυτό, να πληρώνει αδρά ! Πουφ, ανοησίες !’’

Είχα αγνοήσει τότε τα λόγια του, μα αφού έκανα μερικά βήματα στην αμμουδιά, συνειδητοποίησα πως πράγματι είχα μείνει πλέον ολομόναχος, με μόνο τα φυσικά στοιχεία να σαλεύουν γύρω μου. Τότε κατάλαβα πόσο ριψοκίνδυνο ήταν το εγχείρημά μου. Και προσπάθησα να ξαναφέρω στο νου μου την χθεσινοβραδινή σκηνή στην ταβέρνα του μόλου, να ξαναζωντανέψω την ιστορία που μου διηγήθηκε εκείνος ο… ο φαινομενικά μεθυσμένος απόμαχος θαλασσόλυκος… αν θυμάμαι καλά το όνομά του ο ψαρα-Αντώνης… προσπάθησα να θυμηθώ κάτι που ν’ άξιζε τον κόπο. Μα όλα ήταν τόσο θολά…

Θυμάμαι μονάχα πως πετάχτηκα όρθιος, ενθουσιασμένος, πέταξα πέρα το ποτήρι μου και περήφανα δήλωσα πως θα περνούσα όλη την νύχτα στον μόλο, πλάι στην θάλασσα, περιμένοντας να ξημερώσει, και τότε να βρω βαρκάρη που θα με περάσει στο νησί. Τότε όλα τα κεφάλια ταράχθηκαν, ένα μουρμουρητό σηκώθηκε απ’ άκρη σ’ άκρη σε όλο το μαγαζί. Σίγουρα θα θαύμαζαν το μεγάλο μου θάρρος. Βαδίζοντας προς την έξοδο, ο ταβερνιάρης με άρπαξε από το μανίκι, το χρυσό του δόντι ανεβοκατέβαινε και γυάλιζε καθώς μιλούσε: ‘‘Πού πας τρελέ ; Κάτσε εδώ ! Η μαντάμ-Βικτορία έχει ζεστό δωμάτιο, έχει σόμπα με καυσόξυλα για όλη την νύχτα και ξέρει ξόρκια μαγικά που ξελογιάζουν κάθε άντρα. Πού πας ;’’

***

Το νησί δεν φαινόταν πολύ μεγάλο. Το κύκλωνε ολόγυρα αυτή η κίτρινη λεπτόκοκκη αμμουδιά, μα όσο προχωρούσες προς το εσωτερικό του η βλάστηση πύκνωνε. Σίγουρα, άμα μπορούσες να το δεις από ψηλά, θα έμοιαζε με χρυσό δαχτυλίδι που ’χει στο κέντρο του, πολύτιμη πέτρα, ένα καταπράσινο ρουμπίνι. Έπρεπε να παραμερώ συνεχώς πράσινα φύλλα, παράξενα άγνωστα φυτά, φουντωτούς θάμνους με σουβλερά αγκάθια για να προχωρώ και ενώ τίποτα ζωντανό δεν έβλεπα τριγύρω είχα ωστόσο την αίσθηση πως κάτι κινούνταν πίσω από τις φυλλωσιές, πως κάτι ανάπνεε και με παρακολουθούσε. Γρήγορα ένιωσα ολόκληρο το δάσος να αναπνέει σα πελώριο ζωντανό οργανισμό. Σα να ήταν κάποιου τεράστιου θηρίου η καρδιά που παλλόταν και εγώ βάδιζα ατρόμητος, αργά αλλά σταθερά, στο κέντρο αυτής της καρδιάς.

Μετά από ώρες πεζοπορίας είχα πλέον κουραστεί. Ο ιδρώτας έτρεχε στο πρόσωπό μου, στις πλάτες, σε όλο μου το σώμα και είχε μουσκέψει τα ρούχα μου. Τα μπράτσα μου είχαν πληγωθεί από τις μυτερές άκρες των φύλλων, που με μαστίγωναν εκδικητικά καθώς τα προσπερνούσα. Η αναπνοή έβγαινε πια δύσκολα, βασανιστικά, από το στήθος, το στόμα μου. Η ζέστη και η υγρασία με είχαν καταβάλει και τώρα με έπνιγαν. Γίνονταν σταδιακά όλο και πιο έντονη η ανάγκη, το αίσθημα, πως έπρεπε ν’ ανασάνω, ν’ ανασάνω, να…

Τέλος, καθώς έκανα την κίνηση, την ίδια πάλι κίνηση, να παραμερίσω ότι βρισκόταν μπροστά μου για να περάσω, ένιωσα τον άδειο αγέρα. Έπεσα ελεύθερα, βαριά, ανάσκελα και το πηχτό χώμα, η λεπτή σκόνη μπήκε στα ρουθούνια μου. Γύρισα με κόπο το κεφάλι κι αντίκρισα καθαρά πλέον, όχι ανάμεσα από τα πυκνά φύλλα των δένδρων αλλά καθαρά, τον φωτεινό δίσκο του ήλιου. Τα μέλη του σώματός μου λύθηκαν, το στήθος μου ανεβοκατέβαινε γοργά καθώς μύριζα τον καθαρό αγέρα και τότε, κάτι παράξενο συνέβη, άρχισα να γελώ, τραντάζοντας όλο μου το κορμί, σα τρελός, σα να ’χασα τα λογικά μου. Ύστερα ηρέμησα μα δεν σηκώθηκα, έμεινα για ώρα πολύ εκεί, έκλεισα τα μάτια και με πήρε ο ύπνος, ένας ύπνος βαθύς και ζεστός και νομίζω πως ονειρεύτηκα…

***

Όταν σηκώθηκα ο ήλιος έγερνε στον ουρανό κι ο ορίζοντας είχε ένα απαλό ρόδινο χρώμα. Περιπλάνησα την ματιά μου, περιεργάστηκα το καινούριο τοπίο. Ήταν λοιπόν αληθινό! Και υπέροχο, πράγματι υπέροχο! Υπήρχε πράγματι ένας βράχος που ανάβλυζε νερό, τρεχούμενο, δροσερό νερό. Υπήρχε το βάθρο, το υψηλό βάθρο, όπως μου το είχαν διηγηθεί, κι επάνω του καθόταν πράγματι, στραβοπόδη, με τα χέρια πλεγμένα στο στήθος, με τα μάτια μισόκλειστα, σα να τα διαπερνούσε μια απαλή ομίχλη, με το στόμα σε ένα ελαφρό μειδίαμα, καθόταν Εκείνος.

Με αργά βήματα, με κομμένη την ανάσα, τρέμοντας πλησίασα το βάθρο, πλησίασα Εκείνον. Τέντωσα το κορμί μου όσο μπορούσα, καθάρισα τον λαιμό μου για να ακουστώ καλά, έλεγξα την φωνή μου. Ήταν λοιπόν η σημαντική στιγμή κι έπρεπε να είμαι έτοιμος.

- Δάσκαλε, είπα τρέμοντας, κάτοχε της σοφίας, γνώστη της αρχής και του τέλους, μεγάλε αγωνιστή και αναχωρητή του κόσμου ετούτου, εξουσιαστή της ολότητας, των πάντων… ορίστε Ήρθα ! Μου είπαν πως θα σε βρω εδώ και ήρθα ! Πες μου τώρα σε παρακαλώ, ω ! Κυβερνήτη ορατών κι αοράτων, πες μου σε παρακαλώ, ποιό είναι το μεγάλο μυστικό ; Τί πραγματικά αξίζει ; Ποιά είναι η αλήθεια ;

Σταμάτησα με φωνή τρεμάμενη.

Μια τρικυμία διαπέρασε τα μάτια του. Άνοιξε ελαφρά τους οφθαλμούς του. Χαμήλωσε νομίζω το κεφάλι και για λίγο με κοίταξε… Κι έμεινε έτσι, σιωπηλός. Δεν σάλεψαν τα χείλη του, τίποτα δεν είπε, μιλιά δεν έβγαλε, άχνα δεν ακούστηκε. Σιωπηλός μονάχα κι ήσυχος.


4. Ιούδας.

ΕΙΧΕ ΠΕΣΕΙ ΠΛΕΟΝ Η ΝΥΧΤΑ. Αλλά μία νύχτα αλλιώτικη, παράξενη, τόσο σκοτεινή που τίποτα δεν φαινόταν, ούτε καν τα νυχτοπούλια, μονάχα άκουγες το φτεροκόπημά τους στον αγέρα και θαρρούσες πως αόρατοι άγγελοι είχαν αναστατωθεί στον ουρανό.

Ένας άντρας ανέβαινε τον λόφο μόνος, εκεί όπου ο ουρανός ρόδιζε ακόμη. Πάνω στον λόφο κυριαρχούσαν οι θάμνοι και γενικά η χαμηλή βλάστηση, εκτός από ένα δένδρο κοντά στην κορυφή του, μια βελανιδιά, η μόνη που ξεχώριζε από μακριά με απλωμένα τα πελώρια κλαδιά της, σαν χέρια πνιγμένων στον άδειο αγέρα.

Ο άνδρας έδειχνε κατάκοπος, παραπατούσε, ήταν φανερά αναστατωμένος, και κάτι περισσότερο : παραμιλούσε, σκόνταφτε απάνω στις πέτρες, άπλωνε τα χέρια, έπιανε το κεφάλι του και τραβούσε τα μαλλιά του. Συχνά, καθώς δεν πρόσεχε που πατούσε, σκόνταφτε κι έπεφτε κάτω. Όταν σηκώνονταν τα γόνατα κι οι αγκώνες του έτρεχαν αίματα. Θα ήταν κανένας τρελός ή κάποιος αληθινά απελπισμένος…

Κάτω στην πόλη η είδηση είχε αρχίσει να διαδίδεται, η φήμη κυκλοφορούσε : ‘‘Έπιασαν τον Δάσκαλο ! Έπιασαν τον Δάσκαλο !’’. Τον είχαν πράγματι συλλάβει το σούρουπο, στο όρος όπου βρίσκονταν με τους μαθητές του, και τώρα τον οδηγούσαν, με δεμένα τα χέρια, στον δικαστή. Θα τον ανέκριναν και θα τον καταδίκαζαν σε θάνατο ! Κι οι μαθητές είχαν όλοι σκορπίσει, φοβισμένοι για την ζωή τους, καθώς έλεγαν πως θα κυνηγούσαν κι αυτούς, πως θα τους έπιαναν, πιθανόν θα τους σκότωναν, έπρεπε λοιπόν να κρυφτούν και να φύγουν.

Ο άντρας που ανέβαινε τον λόφο ζύγωνε πια στην κορυφή του, όταν ακούστηκε η πρώτη βροντή κι ο τόπος γύρω φωτίστηκε. Η γης μύριζε κι ο αγέρας ήταν υγρός. Μία δεύτερη αστραπή δεν τον βοήθησε να δει, μπλέχτηκε σε κάτι θάμνους, μία βροντή ακούστηκε, εκείνος έπεσε κάτω και το πρόσωπό του γέμισε αίματα. Όταν σήκωσε πάλι το κεφάλι, είδε την μεγάλη βελανιδιά να ορθώνεται λίγα βήματα μπροστά του, και μια ταραγμένη ιδέα, όλο άναρθρες κραυγές, χαράχτηκε στο μέτωπό του. Τότε μία δεύτερη βροντή ακούστηκε τόσο δυνατά που θαρρούσες πως ο λόφος έτρεμε και ο άντρας γραπώθηκε από το έδαφος. Γυρίζοντας το κεφάλι, γούρλωσε τα μάτια καθώς αυτό που έβλεπε ούτε που φανταζόταν ότι μπορούσε ποτέ να γίνει. Ήταν Εκείνος, ο Δάσκαλος, ολόρθος μπροστά του…

Ο Δάσκαλος ήταν φωτισμένος από μία ορατή άλω που τον κάλυπτε από το κεφάλι ίσαμε τα πέλματα. Το πρόσωπό του ήταν καθαρό κι ολοφώτεινο, μα είχε μια όψη περίεργη, που δεν μπορούσες να πεις εάν έκρυβε ηρεμία ή θλίψη. Άπλωσε το χέρι προς τον πεσμένο άνδρα, έσκυψε λίγο και τον κοίταξε κατάματα.

- Κύριε, εσύ είσαι ; Μα δεν μπορεί να είσαι εσύ ; Πώς μπορεί ; Σε σέρνουν δεμένο προς τον δικαστή, θα σε δικάσουν, θα σε κατηγορήσουν και θα αποφασίσουν…

Ο Δάσκαλος όμως στεκόταν μπροστά του και τον κοίταζε κι είχε μία αμφιβολία στα μάτια. Για πρώτη φορά έβλεπε αμφιβολία στα μάτια του Δασκάλου.

- Κύριε, σε πρόδωσα, εγώ σε παρέδωσα σε εκείνους… Πώς μπόρεσα να το κάνω αυτό ; Πώς μπόρεσα ;

Ο Δάσκαλος αναστέναξε κι ακούστηκε η φωνή του, σιγανή πολύ και θλιμμένη :

- Είμαι μόνος Ιούδα ! Όλοι με εγκατέλειψαν, όλοι με άφησαν, όλοι σκόρπισαν. Κανείς δεν με σκέπτεται την ώρα τούτη, όλοι τρέχουν να σωθούν… Μονάχα εσύ απόμεινες να με σκέπτεσαι Ιούδα. Μονάχα εσύ…

Ο πεσμένος άνδρας είχε χάσει πλέον τα λογικά του και παραμιλούσε :

- Δεν ήξερα Κύριε, δεν είχα ιδέα, πώς μπορούσα να ξέρω ; Έκανα λάθος, λάθος φρικτό, ένα έγκλημα που δεν διορθώνεται… Σε πρόδωσα, πρόδωσα Εσένα και τον εαυτό μου. Δεν ήξερα, δεν είχα ιδέα…

- Είμαι μόνος Ιούδα, αποκρίθηκε πάλι η φωνή του Δασκάλου, που άπλωνε – τί παράξενο – θα ’λεγες παρακλητικά το χέρι.

- Τίποτα δεν διορθώνεται τώρα Κύριε, τίποτα δεν αλλάζει… Αυτό ήταν λοιπόν να γίνει…

- Ιούδα έμεινα μόνος, κανείς δεν με σκέπτεται την ώρα τούτη, ακούστηκε για τρίτη φορά η φωνή Του και το απλωμένο προς τον άντρα χέρι ταράχτηκε.

Ο Ιούδας όμως είχε πια παρανοήσει. Η καταστροφή είχε σαλέψει το μυαλό του. Η απογοήτευση και η απελπισία είχαν κλονίσει την υγεία του… Πολλές φορές ένας άντρας χαμένος, πεσμένος στην θάλασσα, νιώθει ένα άλλο ναυαγό να του τείνει το χέρι, να τον καλεί να κρατηθούν μαζί, να ενώσουν τις δυνάμεις τους, να σωθούν μαζί. Άλλοτε το απλωμένο χέρι βρίσκει ανταπόκριση, άλλοτε όχι.

- Νομίζεις πως δεν σ’ αγάπησα κι εγώ Κύριε, πως δεν σε πίστεψα… είπε ο πεσμένος άντρας καθώς ανασηκωνόταν.

Γύρισε την πλάτη στον Δάσκαλο, έκαμε μερικά βήματα και τότε μια ακόμη αστραπή φώτισε την βελανιδιά μπροστά του : στο ένα κλαδί κρεμόταν και χόρευε μανιασμένα ένα σχοινί μέσα στην καταιγίδα. Το σχοινί έφτανε μέχρι χαμηλά και είχε μια θηλιά στην άκρη του. Τον περίμενε…

Ο Ιούδας έπιασε με τα δυο του χέρια την θηλιά και γύρισε να κοιτάξει για μια τελευταία φορά τον Δάσκαλο που στεκόταν ακόμη εκεί.

- Ιούδα, Ιούδα…

Την στιγμή εκείνη ήρθε από μακριά, τρεις φορές, το λάλημα του πετεινού. Ο Δάσκαλος γύρισε κατά την μεριά της πόλης. Ολόκληρος έλαμψε λευκός κι ύστερα το φως άρχισε να φθίνει, σταδιακά μέχρι που χάθηκε.

Ο Ιούδας έμεινε στην βελανιδιά μονάχος. Σκέφτηκε την στιγμή που του έδωσαν τα τριάντα αργύρια κι έπειτα όταν εκείνος τα πέταξε με τόση καταφρόνια και το έβαλε στα πόδια. Εκείνη την στιγμή είχε νομίσει πως μπήκε ζωντανός στην κόλαση… Μα τώρα σκέφτονταν πως δεν είχε ιδέα ακόμη τότε τί θα πει κόλαση και τί θα πει ζωντανός…

Τον βρήκαν τα ξημερώματα, να κρέμεται λίγο πιο πάνω από το έδαφος.


Σκέψεις πάνω στην συγγραφική.

Κάτι που πραγματικά με απασχολεί αφορά στο πως περνά κανείς από την διαδικασία της ανάγνωσης στην διαδικασία της γραφής. Αλλά τα ερωτήματα είναι πολύ περισσότερα. Πώς ασχολείται κανείς με την διαδικασία της ανάγνωσης εξαρχής ; Τί είναι αυτό που κάνει κάποιον να αναγνωρίζει την ύπαρξη ενός άλλου κόσμου πέρα από την υλική πραγματικότητα που τον περιβάλλει ; Τί είναι αυτό που κάνει κάποιον να έχει άλλες αναζητήσεις ; Τί είναι αυτό που οδηγεί αποφασιστικά προς το αβέβαιο μονοπάτι της δημιουργικότητας ; Είναι μία απλή μίμηση ; Είναι μια περίεργη αίσθηση μοναχικότητας ; Είναι κάτι άλλο, πιο έμφυτο και γονιδιακό ;

Αισθάνομαι πως συγγραφέας δεν είναι ένας άνθρωπος που απλώς γράφει. Αληθινός συγγραφέας για μένα δεν είναι αυτός που αποφασίζει να γράψει ένα βιβλίο - απλώς καταλήγει σε αυτό. Ο αληθινός συγγραφέας θέλει να κάνει πολύ περισσότερα πράγματα από το να μουτζουρώσει ορισμένες λευκές σελίδες. Πού να διοχετεύσει όμως όλο αυτό το άγνωστο υλικό που εκρύγνυται μέσα του ; Πώς να μιλήσει και να γίνει κατανοητός ; Κάποια στιγμή - συνειδητά ή ασυνείδητα - θα αναγνωρίσει πως η τέχνη της συγγραφής διαμορφώθηκε μέσα σε χιλιάδες χρόνια από ομοϊδεάτες και συντρόφους του, από ανθρώπους που αισθάνονταν ακριβώς όπως και αυτός, κι έτσι θα χρησιμοποιήσει αυτήν την τέχνη, θα μυηθεί σε αυτήν και θ' ακολουθήσει το τυπικό της.

Ο αληθινός συγγραφέας είναι πρώτα από όλα αληθινός αναγνώστης. Και δεν χρειάζεται να πιέσει τον εαυτό του για να διαβάσει βιβλιοθήκες. Απλώς το κάνει... Συναντώ καμιά φορά ανθρώπους που κουβαλούν βιβλία : Ένας μεσήλικας κρατά περήφανα στο χέρι του τον Κώδικα Ντα Βίντσι. Ένας νεαρός έχει ακουμπισμένο στο τραπεζάκι ένα βιβλίο που δεν έχει τίποτα να του προσφέρει -κι όμως είναι τόσο μοδάτο ! Γιατί το κάνουν αυτό ; Τί νομίζουν πως θα κερδίσουν ; Τίποτα, τίποτα, απλώς ακολουθούν τον ρυθμό του συρμού. Ο αληθινός συγγραφέας ξέρει ακριβώς τί διαβάζει, τα βιβλία έρχονται και τον βρίσκουν από μόνα τους, έχει κάνει μια μυστική συμφωνία με το σύμπαν για αυτό, ο αληθινός συγγραφέας διαβάζει τα πάντα και ταυτόχρονα διαβάζει σα να υπάρχει ένα κρυφό νόημα πίσω από τις αναγνώσεις του (εννοώ πως επιλέγει βάσει ενός διαμορφωμένου εσωτερικού ρυθμού κι όχι τυχαία σα φτερό στον άνεμο). Κι όπως ο μεταξοσκώλικας υφαίνει το μετάξι και το κουκούλι του, όπως η αράχνη φτιάχνει τον ιστό της, η μέλισσα την κυψέλη και το μέλι της, έτσι και ο συγγραφέας διαβάζει συνεχώς, σε όλη του την ζωή. Αυτή είναι η φύση του.

Οι συγγραφείς είναι ευαίσθητοι άνθρωποι. Αυτό είναι που τους διαχωρίζει από όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους. Κι επειδή δεν ανήκουν εξ' ολοκλήρου σε αυτόν τον κόσμο, μοιάζουν με τα μικρά παιδιά. Άλλοτε ορμητικοί και άλλοτε ευαίσθητοι, άλλοτε αεικίνητοι και άλλοτε μαζεμένοι, έχουν ανάγκη από χάδια και υποστήριξη, και την ίδια στιγμή μπορούν να ξεκινήσουν για την πιο τρελή περιπέτεια αψηφώντας όλους τους κινδύνους.

Ο αληθινός συγγραφέας είναι ένα τραγικό πρόσωπο. «Ο τραγικός άνθρωπος είναι αντίθετος προς τον άνθρωπο τον ενταγμένο μέσα στην αρμονία του κόσμου και μέσα στην αναγκαιότητα της φύσεως. Πράγμα που σημαίνει πως ήδη ανεφάνη μέσα του μια άλλη ελευθερία. Όμως έτσι έχουμε πλέον όχι απλώς τον άνθρωπο στην βιολογική του εκδοχή, αλλά το πρόσωπο στην πνευματική του εκδοχή». Θέλει να αγγίξει το τέλειο, ενώ την ίδια στιγμή γνωρίζει ότι υπόκειται σε όλες τις ατέλειες της ανθρώπινης φύσης. Θέλει να δημιουργήσει κάτι ανώτερο, να ξεπεράσει τον εαυτό του, ενώ είναι εκείνος που βιώνει την πιο φρικτή και βάναυση μοίρα της ανθρώπινης φύσης. Ο αληθινός συγγραφέας είναι ένα τραγικό πρόσωπο.

Έχω μία φλόγα μέσα μου. Με καίει το πρόβλημα της συγγραφής. Και ακόμη περισσότερο, με καίει το πρόβλημα του συγγραφέα. Τί είναι ; Από πού έρχεται ; Πώς μπορεί να βρει ικανοποίηση ;

* * *

Μια τελευταία σκέψη μου λέει πως το εγχείρημα των ερωτημάτων που τέθηκαν παραπάνω ίσως είναι αρκετά ουτοπικό -όπως και το εγχείρημα των απαντήσεων. Πώς να μιλήσει κανείς για αυτά τα πράγματα ; Για τον πιο προσεκτικό αναγνώστη είναι φανερό πως τα ερωτήματα περικλείουν και υπονοούν πολύ περισσότερα πράγματα. Έτσι, όταν αναφερόμαστε στην φύση του συγγραφέα, στην περιπέτεια της συγγραφής και τα μυστικά της, εξετάζοντας αυτά τα θέματα εν τω γενάσθαι τους, θέτουμε πολύ περισσότερα ζητήματα απ' όσα φανταζόμαστε. Γιατί, αν θέλουμε να ξεκινήσουμε την ανάλυσή μας, θα πρέπει φυσικά να ξεκινήσουμε από την αρχή. Και η αρχή περιλαμβάνει καινούρια ερωτήματα του τύπου : τί είναι Ζωή και τί είναι Θάνατος ; Τί είναι Άνθρωπος ; Τί είναι Πνεύμα και τί είναι Ύλη ; Τί είναι φαντασία, όνειρο, αντίληψη ; Τί είναι ψέμα και τί είναι αλήθεια ; Τί είναι πραγματικότητα ; Τί είναι το είναι ;

Αν υποθέσουμε πως είχαμε στα χέρια μας ένα βιβλίο με τίτλο “Τα 100 μυστικά της συγγραφής” ή “Πώς να γράψετε ένα best-seller”, πόσο αυτό θα μας βοηθούσε ; Είναι φανερό πως η απάντηση είναι πολύ λίγο θα βοηθούσε, αν όχι καθόλου. Γιατί είναι φανερό πως το ζήτημα της συγγραφής δεν είναι απλώς ζήτημα συνταγών. Το μυστικό για να γράψεις ένα λογοτέχνημα δεν περιέχεται σε έναν κατάλογο ξερών κανόνων -πρέπει να είναι μία ζώσα πραγματικότητα (ζώσα μέσα στην ψυχή του δημιουργού).

Νομίζω πως αυτό που κάνει ένας συγγραφέας είναι να αφιερώνει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα σε μία περίοδο μαθητείας. Ο αληθινός συγγραφέας θητεύει για χρόνια σε κάποιον Δάσκαλο ή σε κάποιους Δασκάλους ή σε έναν συγκεκριμένο κύκλο συγγραφικής ατμόσφαιρας. Αυτό νομίζω είναι πολύ σημαντικό και αν το παρατηρήσουμε θα δούμε πως σχεδόν έτσι γινόταν πάντα. Ο συγγραφέας βγαίνει μέσα από μία μακρά περίοδο μαθητείας, μύησης, ασκητικής.. Ο πρώτος παράγοντας είναι αυτή η περίοδος της γοητευτικής μαθητείας, όπου ο συγγραφέας είναι γητεμένος από τον “Δάσκαλό” του, από τα μυστικά που του αποκαλύπτονται και που σταλάζουν, επίσης, μυστικά στην ψυχή του...

Ο Δεύτερος παράγοντας είναι η ιδιαίτερη φύση του συγγραφέα. Οι προσωπικές του προτιμήσεις, οι προσωπικές του τελικά κλίσεις, τα δικά του βιώματα, η δική του περιπέτεια μέσα στην ζωή. Αυτά τα προσωπικά βιώματα, οι χαρές και οι λύπες του, τα προβλήματα και οι επιλογές του, είναι ίσως αυτά που θα τον καθορίσουν και θα τον χαράξουν εξίσου δυνατά, ώστε ο αληθινός συγγραφέας να αρχίσει να διαμορφώνει την δική του θέση μέσα σε όλα αυτά.

«Ότι τα βιβλία γεννιούνται πάντα από άλλα βιβλία, είναι μια αλήθεια που μόνο φαινομενικά έρχεται σε σύγκρουση με την άλλη: ότι τα βιβλία γεννιούνται από την καθημερινή ζωή και από τις σχέσεις που έχουν οι άνθρωποι μεταξύ τους».

Η μαθητεία στον “Δάσκαλο” και η προσωπική του περιπέτεια μέσα στην ζωή... Αν ο συγγραφέας αντέξει, αν δεν παραιτηθεί, αν είναι λίγο τυχερός, ίσως τα καταφέρει...

* * *

Κάποτε ένας φίλος μου είχε πει πως, ενώ το προσπάθησε για μια περίοδο, τελικά τα παράτησε, «εμείς είμαστε άνθρωποι της ζωής» μου είχε πει «βιώνουμε την πραγματικότητα, την ζούμε, μου αρέσει να μιλώ κοιτώντας τον άλλον στα μάτια, νιώθωντας την ζεστασιά του σώματός του, αισθανόμενος ακόμη και την ανάσα μου να βγαίνει από τα χείλη. Μόνο τότε αισθάνομαι ότι λέω κάτι, όταν μπορώ να ακούσω τον εαυτό μου να το λέει και να δω τις αντιδράσεις στο βλέμμα του άλλου». Ο φίλος μου είχε δίκιο φυσικά, έτσι κάνουν οι ζωντανοί άνθρωποι και έγνεψα συγκατανεύοντας στα λόγια του. Την ίδια στιγμή όμως αισθανόμουν πως του φίλου μου, παρόλο που γνώριζε πολύ καλά την φευγαλέα εξαίσια ομορφιά της ζωής, του διέφευγε κάποια άλλη ομορφιά, αυτή που γεννιέται στο χώρο των ιδεών και της άπιαστης και εξαυλωμένης διανοητικής ενατένησης. Γι’ αυτό δεν ένιωθε ιδιαίτερη ευχαρίστηση με την αποτύπωση των σκέψεων του στο χαρτί. Ίσως βέβαια και να κάνω λάθος –πάντα αμφιβάλλω απέναντι σε τέτοιες κρίσεις μου. Ίσως το γράψιμο να είναι απλώς μια τέχνη, όπως είναι η ζωγραφική, η γλυπτική, το μαγείρεμα, το καλούπομα μιας οικοδομής –και άλλοι έχουν εξικοιωθεί με αυτήν την τέχνη ενώ κάποιοι άλλοι όχι.

Έχουμε μιλήσει αρκετές φορές για την μοναχικότητα του συγγραφέα, για το δύσκολο του έργου που καλείτε να φέρει σε πέρας. Στην ελληνική πραγματικότητα, τα πράγματα ίσως είναι ακόμη πιο δύσκολα και μοναχικά. Στην μικρή μας ελλαδούλα δεν είχαμε/έχουμε ούτε τους προστάτες των τεχνών, ούτε τους μεγάλους και προστατευτικούς εκδότες. Εδώ ο συγγραφέας -όπως και κάθε καλλιτέχνης και δημιουργός- καλείτε να τα κάνει όλα μόνος του. Πρέπει να είναι συγγραφέας, ερευνητής, επιμελητής, δημοσιοσχεσήτης, διαφημηστής, μάνατζερ του εαυτού του, όλα σε ένα. Αν μπορεί δε να είναι και εκδότης του εαυτού του τόσο το καλύτερο έτσι που έχουμε καταντήσει. Παρατηρείται έτσι το φαινόμενο, μέσα στην πραγματικότητα του κόσμου μας, κάποιος που υπερτερεί σε ένα από αυτά τα χαρακτηριστικά, που μπορεί να μην σχετίζεται άμεσα με την ουσία της τέχνης του (να είναι πολύ συμπαθητικός ως άνθρωπος για παράδειγμα, καλός στις δημόσιες σχέσεις κτλ), να υπερσκελίζει κάποιον άλλον που μπορεί να μην έχει τις ίδιες προσωπικές αρετές αλλά είναι ίσως ικανότερος στην τέχνη του και πιο ταλαντούχος σε αυτήν. Ζούμε σε έναν κόσμο δημοσίων σχέσεων, όπου προτάσονται πράγματα υλικά, σε έναν κόσμο με κλίκες και αποκλεισμούς.. Φανταστείτε μία ρομαντική και ευαίσθητη ψυχή, που ακολουθεί νόμους τελείως διαφορετικούς, σε αυτόν τον κόσμο. Μοιάζει με αυτό που λέει ο Πόε πως θα πρέπει να ψάξουμε σε πολύ ασυνήθιστα μέρη για να βρούμε...

Κι έπειτα, ο επίδοξος συγγραφέας θα πρέπει να σφυρηλατήσει την ελευθερία του μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Κατά τα φαινόμενα είναι και αυτός ένας φυσιολογικός άνθρωπος όπως όλοι οι άλλοι. Θα μεγαλώσει μέσα σε μία οικογένεια, θα πραγματοποιήσει σπουδές, θα ερωτευτεί, θα πρέπει να δουλέψει και να βιοποριστεί. Μέσα στην δεδομένη ροή της καθημερινότητας, σε όλα αυτά που έτσι πρέπει να γίνουν, πού θα βρεθεί ο χρόνος για την παραγωγή του μεγάλου έργου ; Πώς ο συγγραφέας θα καταφέρει να συνταιριάσει βιοπορισμό και συγγραφική ; Πού θα βρεθεί ο χρόνος για αυτήν την εξαιρετική πολυτέλεια ; (ουσιαστικά αυτός είναι ο λόγος που μεγάλοι συγγραφείς μας του παρελθόντος, ο Παπαδιαμάντης, ο Βυζιηνός κι άλλοι, δεν ασχολήθηκαν σχεδόν καθόλου με το μυθιστόρημα αλλά μόνο με το διήγημα - έπρεπε να γράφουν ιστοριούλες και να τις πουλούν σε εφημερίδες και περιοδικά για να ζήσουν). Ο συγγραφέας Χρήστος Χωμενίδης, επιστρέφοντας από μεγάλο συνέδριο συγγραφέων στην Αμερική, λέει "έλεγα στους άλλους συγγραφείς πως έχω καταφέρει να ζω σχεδόν μόνο από τα βιβλία μου και με κοιτούσαν με ανοικτό το στόμα". Ο Γιάννης Ξανθούλης σε μία συνέντευξή του λέει "Κάθε απόγευμα πρέπει να πηγαίνω στο γραφείο μου και να γράφω. Αν περιμένω την έμπνευση, θα πεθάνω της πείνας".

Αλλά ο συγγραφέας, ο αληθινός συγγραφέας, χρειάζεται και την έμπνευση. Γράφει συνεπαρμένος. Γιατί ο αληθινός συγγραφέας γνωρίζει ένα μυστικό. Γνωρίζει πως δεν είναι συγγραφέας, είναι Ποιητής ! Δεν συν-γράφει απλώς, δεν συν-θέτει απλώς, αλλά δημιουργεί κάτι που πριν δεν υπήρχε, συνεργάζεται με το αόρατο και το φέρνει εδώ κάτω στον κόσμο μας, κατεβάζει αρχεία... κάποιας χαμένης γνώσης.. Θυμήθηκα τώρα ένα παλαιότερο κείμενο περί συγγραφικής, όπου έλεγε πως κι ο ίδιος ο συγγραφέας δεν ξέρει να μιλήσει για το έργο του, όταν γράφει δεν είναι ακριβώς εκεί.. Όταν ο συγγραφέας γράφει εμπνευσμένος βρίσκεται σε μία κατάσταση trans. Δεν είναι ούτε εδώ, ούτε εκεί. Δεν είναι ούτε ο εαυτός του, ούτε κάποιος άλλος (λες και βρίσκεται σε μία κβαντική κατάσταση αβεβαιότητας και διάχυσης). Μην ρωτάτε έναν συγγραφέα πως έγραψε το καλύτερο κομμάτι του.. Ούτε ο ίδιος δεν ξέρει να σας πει...

Άντε όμως και άντεξε ο συγγραφέας την τριβή του με τον κόσμο. Άντε και βρήκε την ισσοροπία του μέσα σε αυτόν. Μετά ; Τί θα κάνει με την συγγραφική του ; Με ποιόν τρόπο θα γράψει ; Υπάρχουν οι δεδομένες σχολές, υπάρχει η εύκολη λύση της μαζικής κατανάλωσης, υπάρχει το στενό μονοπάτι της πρωτοπορίας.. Τί να ακολουθήσει κανείς ; Πού και πώς να ξεχύσει το πνεύμα του πάνω στο χαρτί ;

Το έργο του συγγραφέα, ένα δύσκολο και πολύπλοκο έργο, ένα μακρύ ταξίδι που περνά από όλους τους ενδιάμεσους σταθμούς, μια μεγάλη περιπέτεια, που όμως "κανείς δεν την έχει μετανιώσει μέχρι σήμερα, όσο δύσκολη και περίπλοκη κι αν ήταν, όσες απογοητεύσεις και εμπόδια κι αν έφερε..". Μπορεί να είπαμε πολλά περίεργα και μεταφυσικά παραπάνω, όμως η εργασία του συγγραφέα είναι μια πολύ προσεκτική δουλειά. Απαιτεί πειθαρχία, υπευθυνότητα, οργάνωση και σύνεση, μεράκι και σταθερή προσήλωση στον τελικό σκοπό. Είναι μία λεπτή, ευαίσθητη εργασία που συνδυάζει πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Αυτή είναι η εργασία του συγγραφέα που μας καλεί να τον ακολουθήσουμε στα μοναχικά του ταξίδια...
Επικοινώνησε μαζί μου.

Αν θες να ανταλλάξουμε σκέψεις, απόψεις, να μου πεις τα σχόλιά σου, να μοιραστούμε μέρος της μεγάλης περιπέτειας του ανθρώπου, στείλε μου mail στο :

synodoiporos@yahoo.gr
ΠΡΟΣΟΧΗ : Η αναπαραγωγή μέρους ή ολόκληρου του παρόντος blog / παρούσας δημοσίευσης επιτρέπεται μόνο μετά από έγγραφη άδεια του συγγραφέα. Κάθε κείμενο είναι κατοχυρωμένο.